Venice 

Mid November; it’s getting late and chilly.

St Mark’s Square is quite deserted

Except for a solitary painter

Who sits as patient as a sitter,

Ever-hopeful, by her stand.

We eat in an empty restaurant,

Five waiters to fuss around us.

We hurry home by vaporetto

To our hotel on the Lido,

Occupied by well-armed police

And multi-national NATO delegates

Attending the Grand Assembly

Requiring seven thousand shields.

 

The cold wind

Has followed us South.

 

Polite +/ Aggressive * 

Flight OA 601, Corfu-Athens, 18/4/04

  

The tall American +* had to move.

The short smartarse Greek*

Was within his rights.

He waved his boarding card

In front of him:

“My seat”, he insisted,

And then, to rub it in,

“That’s life.

Some you win

And some you lose”.

“It’s no big deal”,

The American mumbled,

Giving up the seat.

It was. He really wanted

That aisle-seat there,

The one which he’d requested,

The one he’d planned to occupy.

His wife* had made that

Abundantly clear-

No one could fail to overhear.

Legroom equals Lebensraum.

He gave up quickly,

Quietly even.

He wasn’t looking

For another fight.

 

Either/Or

 

Man of Letters or Man of Leisure,

Which is it to be ?

Wait and see!

 

A Week After Retirement/60th Birthday

 

I was given

Books of poems

By Tranströmer and Zagajewski

By Swedish and Polish friends

With promises to stay in touch;

CDs of Kerouac, blues and jazz-

My tastes were not unknown, it seems.

I was deeply touched by the cards and letters,

The farewell speeches, the presents

For 60th birthday and retirement,

The beach- and bath-robe from my wife,

The flower from the Chairman of the Nobel Prize

Committee (kind Academician), the book

From the winner of the Nordic Prize.

We’ve turned off the lights,

We’re on our way

And on our own,

With the shining laptop

From the children

Telling me to write,

To write.

 

The Centurion 

 

An abnormal earthquake

Shook Northern Greece

Soon after I arrived.

The seismologists

Seemed quite surprised-

It was only 5.2.

A few days later,

Easter Saturday,

I attend the service from six am.

A major earthquake is re-enacted,

According to Corfiot tradition.

The priests are hidden

Behind  altarpiece

And sanctuary-screen,

Make darkness fall

And lightning flash

(Lights on and off, on/off, on/off),

Beat drums, shake doors,

Stamp on the tombs so icons tremble,

To mark the moments

Christ breathed his last.

Too small to register

On Richter scale;

Too great to measure,

This tremor and its Aftershocks. 

 

Church of “The Virgin of Foreigners”,

Corfu.

 

 

 

Mon Repos ? 

 

The post-Byzantine church

At Mon Repos

Remains in ruins

In spite of all the EU funds.

Exposed to the elements

Sacred frescos crumble.

The wisteria may weep

Purple Paschal tears

Till they turn mauve-blue

Making up for the absence of incense,

But the Greeks don’t need

Another church-

At least not one

Where their King

Would worship.

And the King

(Now compensated),

The former King,

Does he still care?

 

 

 

Vitsa Nomad 

 

I’m a new kind of nomad

Without any sheep: I’m changing

The manner of migration.

Four months in the mountains,

Five months by the sea,

The rest of the time in some city.

 

For half the year

Nomads lived and died round here;

They bred their livestock

And wove their wool

For almost thirty centuries.

Three thousand years, so little changed.

 

Half my life I’ve lived

Like some kind of wanderer,

Like a Sarakatsan

Or Zagorian man,

A man on the move,

Self-exiled, xenitemenos.

 

 

Choice

 

By the River Ume -

Sunday morning stroll.

Rainclouds overhead:

See grey-black/

See silver-blue.

 

The Voice of Command

 

The voice of command

Doesn't cut it round here.

Hark, the barking of dogs.

 

Sartre in La Rochelle, 1917-1921

 

Years of humiliation and revolt,

The worst years of his life,

In La Rochelle he lost his faith-

A place where one might find it.

 

See, where the Once-Almighty died.

But, ah! those existential oysters!

A toast to their Creator,

With a  pineau des Charentes!

 

Kalon kakon 

O Agios sas filaei

“The Saint protect you!”

It’s Holy Week.

Lead us not into temptation!

Saint Spiridion,

Give me wisdom,

Now that Nature is rampant,

Wild, without restraint-

And Love is in the air outside.

A full moon, the first fireflies

Light up the Old Fortress.

 

The First of April.

I’m the April Fool:

 

And you? Kalon kakon

 

 

Three Priestesses 

 

Three priestesses of Dodona:

Promeneia,

Timarete,

Nicandra.

Once worshippers of Isis,

Now they’ve turned to Zeus.

 

The advice they give on Love and War,

As ambiguous as ever.

 

 

Some Greek Translations by Professor Panos Karageorgos

 

 

ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΟΣ

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ JIM POTTS

 

Ο Τζιμ Ποττς γεννήθηκε στο Μπρίστολ της Αγγλίας το 1944 και, αφού σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, εργάστηκε από το 1969 ως αξιωματούχος του Βρετανικού Συμβουλίου στο εξωτερικό και έζησε στην Αιθιοπία, στην Κένυα, στην Ελλάδα και στη Βρετανία και, ως διευθυντής του Βρετανικού Συμβουλίου και Μορφωτικός Ακόλουθος, στην Τσεχοσλοβακία, στην Αυστραλία και στη Σουηδία.

 

Παρακάτω δίνονται σε μετάφραση ορισμένα ποιήματά του που είναι εμπνευσμένα από τα μέρη που έζησε ο ποιητής, την Ελλάδα και ιδιαίτερα από την Κέρκυρα και την Ήπειρο.

 

 

ΤΟ ΕΤΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ

 

Για τριάντα τέσσερα χρόνια

προωθούσα

άλλων ανθρώπων την τέχνη.

Ήρθε ο καιρός

να μοιραστώ τις σκέψεις μου,

να ξεκλειδώσω το συρτάρι,

να βγάλω το κείμενό μου

και να δείξω στον κόσμο

τι θα ακολουθήσει.

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

Μεταξύ του  Β-2 και της Ατομικής Βόμβας

γεννήθηκα. Ανάμεσα στη Μέρα της Απόβασης

και τη Χιροσίμα. Γεννημένος Βρετανός στο Μπρίστολ,

χειμώνας του 1944.

Μακριά στο Σικάγο

ο μεγάλος Τζο Τέρνερ και ο μπούγκι βούγκι Πέτε

περνούσαν τη νύχτα παίζοντας και τραγουδώντας,

την ίδια μέρα που είδα το φως.

«Δεν αγαπήθηκα πραγματικά…»

Σαν μωρό αγαπήθηκα.

Λίγους μήνες πριν από τη Γιάλτα

ούρλιαξα για πρώτη φορά.

Συνέχιζα να ουρλιάζω.

Ίσως να άκουγα τις βόμβες να χτυπούν τη Δρέσδη,

ίσως να ήξερα ήδη

ότι η μισή Ευρώπη είχε χαθεί.

Χαίρομαι που τουλάχιστον δεν μπορούσα να δω

το άνοιγμα των Στρατοπέδων του Θανάτου,

τα βρετανικά Στρατεύματα Απελευθέρωσης

στην Πλατεία Συντάγματος,

τους Αμερικανούς ξένοιαστους στο Πίλσεν

τα ρωσικά στρατεύματα να πλησιάζουν την Πράγα.

 

 

 

 

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΠΟΡΦΥΡΑ

 

1. Βάντα (29.12.35-17.8.51) και Γιώργος

 

Ευλογημένη κολύμβηση

στη θάλασσα της Κέρκυρας

Μυστικό ερωτικό ραντεβού.

Η τύχη της απλώς

να συναντήσει έναν αδέσποτο καρχαρία

 

(Μαρτυρία της  Νάκης Τσεπέτη , από το Μον Ρεπό, στις 12 το μεσημέρι, 17 Αυγ. 1951)

 

2. Η μάνα της Βάντας

 

Όλα τα παραθυρόφυλλα

του σπιτιού

έμειναν κλειστά.

Δεν μπορούσε να υποφέρει

να βλέπει τη θάλασσα.

 

 

 

Νέο Φρούριο, Κέρκυρα

 

Περιδιαβάζοντας τις οχυρώσεις,

με τον Παντοκράτορα απέναντι,

με τη διπλή κορφή,

θαμπό στην πνιγηρή ζέστη.

Το νησάκι Βίδο, μια έντονη πυκνή πρασινάδα,

το προσδιορίζουν μαύρα κυπαρίσσια,

αναπολώντας όλους τους πολιτικούς κρατούμενους

(εκατόν δώδεκα, που μεταφέρθηκαν να πεθάνουν),

οι θρήνοι τους και οι κραυγές τους από το Λαζαρέττο,

τον τόπο της εκτέλεσης.

Τους βλέπω να ρίχνουν εκείνο το μακρό, τελευταίο βλέμμα

στη γραφική θέα (χωρίς ταινία στα μάτια),

 

ο τελικός αποχαιρετισμός

πριν αντικρίσουν τον Τοίχο.

 

Ιούλιος 2003.

 

ΛΑΖΑΡΕΤΤΟ

 

Το καλό πλοίο «Αχιλλέας»

θα μας πάει σ’ εκείνο το νησί

κάποια καλοκαιρινή αυγή.

 

 

  

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ

 

Έγινε κομμουνιστής

τον καιρό του Μεταξά.

Ποτέ δεν άλλαξε γνώμη.

Μετά ήρθαν οι Ναζί. Περισσότεροι φίλοι βασανίστηκαν.

Ολόκληρα χωριά κάηκαν, δολοφονίες και αντίποινα.

Στον Εμφύλιο Πόλεμο πολέμησαν κι έχασαν.

Έφυγε από τα σύνορα,

αλλά το μονοπάτι του Τίτο δεν ήταν δικό του.

Πήγε βορειότερα, στο Γκόττβαλντ.

Του δώσαν δουλειά και τον καλοδέχτηκαν εκεί.

Αμετάκλητα υπέρ της Μόσχας,

ακόμα και μετά το 68, ποτέ δεν  ταλαντεύτηκε.

Ονειρευόταν την Ελλάδα,

ακόμα και μετά από χρόνια στη φυλακή

πολιτικός στην Κέρκυρα…

Αλλά του έλειψαν τα φρούτα

και πάνω απ’ όλα τα καρπούζια.

Μια μέρα οι Τσέχοι έφεραν μερικά–

ένα βουλγάρικο φορτηγό τα έφερε,

αγόρασε αμέσως είκοσι πέντε,

τα φύλαξε στο μπαλκόνι του

παρ’ όλη τη σκόνη από τον καπνό και τα κάρβουνα.

Έδινε από ένα σε κάθε επισκέπτη

«Πάρε καρπούζι, σύντροφε!»

Βύθιζε τα δόντια του στην κρύα, γλυκιά σάρκα,

στον τραγανό κόκκινο χυμό της μνήμης,

το ανάβρυσμα των χυμών, τη ζωή που είχε χάσει.

Το καταβρόχθισε με πάθος,

κατάπιε τους μαύρους σπόρους της εξορίας

τους κατάπιε λαίμαργα.

Μαύροι σπόροι. Κόκκινο καρπούζι.

Ήταν πρόσφυγας παντού. Άχρηστη φλούδα.

Ανίκανος ν’ αφήσει τις γαλαρίες της Οστράβα,

του απαγορευόταν να πατήσει το πόδι του πίσω στην Ελλάδα,

τα πλεμόνια και τα ρουθούνια του γεμάτα καρβουνόσκονη.

Όταν πέθανε, μακριά από τη θάλασσα,

η μοναχοκόρη του άλλαξε γνώμη.

Η Σταυρούλα χαμογέλασε και έμαθε να τραγουδά.

 

 

Κέρκυρα

 

«Και όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει

στα γονικά του πλια δεν θα γυρίσει!»

        (Λορέντσος Μαβίλης, «Καρδάκι»)

 

Ποιος μπορεί να πει

πότε πρωτάρχισε;

Έσπειρε ο πατέρας μου τον σπόρο;

Από τη Δυτική Αφρική και την Ινδία

έφερε το γούστο για εξωτικά καρυκεύματα,

εμφύτεψε ελπίδες ευρέων οριζόντων.

 

Ποιος μπορεί να πει

πότε πρωτάρχισε;

Όταν η Ελλάδα έγνεψε

το Νησί των Σειρήνων;

Σημείωσα πολλές χώρες έκτοτε,

αλλά εξακολουθούμε να ξαναρχόμαστε,

ρημαγμένο νησί,

βιασμένο αλλά ευλογημένο.

Ποιος μπορεί να πει

πότε πρωτάρχισε;

Η πηγή στο Καρδάκι;

Η πρώτη απόπειρα

να δραπετεύσει κανείς από την πόλη.

Η αναζήτηση να βρει κανείς

μια φυσική κατοικία,

Χαμένος Παράδεισος,

μια γειτνίαση.

 

Σολωμός

 

«Η Κέρκυρα θαυμάσια—αλλά… μοιραία σε κάθε αγωνιζόμενη ψυχή».

                                                                                  Καζαντζάκης, 1926.

 

Μπορώ να δω γιατί ο Σολωμός

τό ’ριξε στο ποτό:

Η θέα απ’ τα Μουράγια.

 

Ένα βαρέλι κρασί βερντέα.

Μια φλάσκα ουίσκι

για τα βόλτα.

τον βοηθά να ξεχάσει τη δίκη∙

πως οι Βρετανοί είχαν γίνει φίλοι του.

 

Συνθέτει στίχους στο κεφάλι του.

Σπάνια τους βάζει στο χαρτί.

 

Φαίνεται ν’ αποσπάται η προσοχή του

στη Σπιανάδα.

Γυρίζει στο λόφο του Στράνη.

 

 

ΧΩΡΟΣ  ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ

 

Ψάχναμε για χώρο στάθμευσης

στο δρόμο που ζούσες κάποτε.

Βρήκαμε ένα μέρος, μια αυλή ενός χτίστη,

κάτω από μια νέα πολυκατοικία.

Αναγνώρισες δυο τοίχους που έστεκαν

από το σπίτι που είχαν γκρεμίσει:

είχαμε σταθμεύσει μέσα στο σαλόνι σου.

Το σχέδιο στο χαρτί που κρεμόταν στους τοίχους

ήταν το σχέδιο που κοίταζες

σχεδόν πενήντα χρόνια πριν.

Τίποτε άλλο δεν μένει

από ό,τι ήταν κάποτε το σπίτι των παιδικών σου χρόνων.

 

 

Γιάννης Ξενάκης

(29. 5. 1922 – 2. 2. 2001)

 

Ο Ξενάκης προτιμούσε να φωτογραφίζεται

με το μισό πρόσωπό του στη σκιά.

Μια βρετανική βόμβα

έσκασε

και του κατέστρεψε το ένα του μάτι

και το μισό του πρόσωπο.

Μπορώ να νιώσω την πληγή στη μουσική του,

την καταδίκη του σε θάνατο και την εξορία,

ενώ τα ξαναζεί όλα.

 

 

 

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ

 

1.

 

Φεύγοντας απ’ τη Στοκχόλμη με το πλοίο «Βύμπερε»

για το Σύμμεντε (το εξοχικό του),

αναζητώντας έναν καλοκαιρινό Στρίντμπεργκ

για τους ψαράδες και τους αγρότες–

βρήκαμε ερημωμένους στάβλους και κουνούπια.

 

Το χαρτί ξεφλουδισμένο στην καλύβα του συγγραφέα,

ένα σκιάδι στον κήπο χωρίς θέα,

όπου τα δέντρα μεγάλωσαν να τη μπλοκάρουν.

Τα βράχια, απ’ όπου κολυμπούσε, τα ίδια:

εκεί είναι που βρήκαμε τα ίχνη του.

 

2.

 

Ο Ένγκστρεμ αγαπούσε την ανοιχτή θάλασσα,

ο Στρίντμπεργκ αγαπούσε τα γύρω νησιά–

κάπου να κατασταλάξουν οι σκέψεις του.

 

Ένα ξύλινο σπουδαστήριο στα βράχια:

ατελιέ, ή καλύβα του συγγραφέα;

τέλειο για τους Παξούς, για το οικόπεδό μας στην Όστρια.

 

Πιο κάτω, ένα μικρό λιμανάκι,

ένας τοίχος ξερολιθιάς, ένας ελαιώνας–

Η θέα μου, το αγαπημένο μου σημείο.

 

3.

 

 

Αυτό το περιδέραιο νησιών,

το φόρεσε μονάχα για μια μέρα

θα έδινα ένα δαχτυλίδι, ύφαλοι βραχονησίδων∙

τίποτε από τις βόρειες μελαγχολικές σκέψεις μου

δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τη διάθεσή της

ή να την κάνει να μείνει.

 

4.

 

Το νησί Άσπενστρεμ;

Σαν τη θλιμμένη χήρα του Βέρνερ

Περπατάμε στο φαρδύ λιβάδι

Στη σκιά του Στρίντμπεργκ.

 

Σύμμεντε / Στοκχόλμη

30/31 Μαΐου 2003.

 

 

 

Από το 1969

 

Πουλούσα τη Βρετανία στο εξωτερικό

όσο είμαι παντρεμένος.

Δεν κατάφερα να την πουλήσω

στη γυναίκα μου.

 

 

Γκότλαντ

 

Τί πήρα από τη Γκότλαντ;

ωραίοι τοίχοι, αγριολούλουδα

και πύργοι από πέτρες.

 

 

Ξενιτιά

 

Επιστρέφοντας αεροπορικώς στο Σίδνεϋ–

Η Ολυμπιακή δεν έχει απεργία σήμερα

(οι συνοδοί εργάζονται κανονικά).

Η αεροσυνοδός μού έδωσε

τη μοναδική μπανάνα της,

φρούτο για το πλήρωμα, ειδική χάρη,

και το φωτάκι μου τελικά άναψε επίσης.

Είναι καλό που μπορώ να διαβάσω.

Πριν από δύο μέρες όλα πήγαιναν αργά.

Οχτώ ώρες κόλασης στο αεροδρόμιο Αθηνών.

Απογειώθηκα ελαφρά.

Μόνο δυο ώρες σύγχυσης στην Κέρκυρα

(καθόλου τραύμα για άλλη πτήση.

Ποτέ δεν ξέρεις πως θα παν τα πράγματα.

Να ελπίζεις!

Να είσαι αισιόδοξος!

(Η εγκάρδια έκκληση της Μαρίας σε μένα).

Αλλά για τώρα,

περισσότερα πικρόγλυκα τραγούδια της ξενιτιάς.

 

 

 
 
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΝΟΜΠΕΛ

 

Δεκατρείς πολυέλαιοι

φωταγωγούν τη θαυμάσια χρυσωμένη αίθουσα.

Λόγοι ακαδημαϊκών

σε κομψά διπλωματικά Σουηδικά

μιλούν για έναν Δανό ποιητή,

τον νικητή του Βραβείου Νομπέλ.

Καταλαβαίνω δυο-τρεις λέξεις,

η γυναίκα μου, απ’ ό,τι φαίνεται, λίγες περισσότερες.

Στρέφεται σε μένα

να επικρίνει

μια ρυθμική σύνθεση

που ακούγεται στους κοντινούς

το ανεπαίσθητο και με ευγενές

πολύ αντι-Εδδικό, εσώτερο ροχαλητό.

 

 

ΖΑΓΟΡΙ

 

Ο Νικόλας Νίνος, ο λαϊκός κλαρινίστας,

έπαιζε τους Ζαγορίσιους χορούς

όπως κανένας πριν ή μετά,

με τον Μανούση, τον Μήτσο και τον Μπεκάρη

στο ταμπούρλο, στο βιολί και στο λαούτο.

Άνθρωποι έρχονταν από πολύ μακριά,

περνούσαν ποτάμια, φαράγγια, γεφύρια, βουνά

με μουλάρια, με γαϊδούρια. Ανέβαιναν στα καλντερίμια.

Τα χωριά με τα πανηγύρια

άνοιγαν τις πόρτες τους κι άνοιγαν τις καρδιές τους.

Τις μέρες πριν από τις ηλεκτρικές λάμπες,

τα μεγάφωνα, τα μικρόφωνα,

πριν γίνει ο δρόμος, έρθει το λεωφορείο, το αυτοκίνητο,

στα χωριά του Άνω Ζαγοριού,

από το Μονοδέντρι, το Δίλοφο,

από τους Ασπραγγέλους, το Τσεπέλοβο,

χόρευαν ως αργά τα ταξίμια,

πολύ νωρίτερα από τότε που τα μαγνητοφώνησαν.

 

9.9.1997. Με ευχαριστίες στον Αλέξιο Βασδέκη (συνταξιούχο τυροκόμο, ετών 79, από τη Βίτσα και την Αίγυπτο πριν από την εποχή του Νάσσερ).

 

 

 

 

ΞΗΡΟΛΙΘΙΕΣ, ΒΙΤΣΑ

 

Πριν έρθω είχα το όνειρο

πλακοστρωμένος δρόμος καλντερίμι,

που κατηφόριζε στην πλαγιά του βουνού

σ’ ένα ψηλότοξο γιοφύρι

κι ένα κρυστάλλινο ρυάκι.

 

Τα χωριατόσπιτα, στους σχισμένους βουνίσιος βράχους

πέτρινες πλάκες για τη στέγη,

η στέρνα στην ψηλότοιχη αυλή,

νερό καθάριο, από λιωμένο χιόνι,

το πολύκαιρο κοντάρι καλοκαμωμένο,

…………

Αψίδες και ένα ζεστό τζάκι. Ξύλινες τάβλες για κρεβάτι

κρυψώνας στην Ήπειρο· τοπίο σαν εκείνο π’ αγαπούσε ο Μπάιρον.

Όνειρο Άγγλου για σπιτικό στην Ελλάδα,

φωνές παιδιών, κουδούνια αγελάδων.

Τετράγωνα και στροφές

Γκρίζα πέτρα και λευκή φλοκάτη.

Αφρόντιστα ντυμένοι, ένα με τις πέτρες,

το μουγκρητό της φωτιάς, σχίζεται κι ανάβει.

Πεθαίνει και ξαναπηδά στη ζωή και πάλι.

Περνάμε την ώρα μας συμπώντας την,

σπάζοντας καρύδια, πυρώνοντας φέτες ψωμί.

Το νερό στο καζάνι βράζει.

Αστραφτερά χαλκωματένια σκεύη αντανακλούν τις φλόγες

Αν και το ανεμόχιονο σφυρίζει πάνω απ’ τα μαδέρια,

ανάμεσα από τρύπες στη σκεπή, στους τοίχους και στο πάτωμα,

τα κάρβουνα που λαμπυρίζουν μας κρατούν ζεστούς

Θα λαμπυρίζουν όλη τη νύχτα στο ευχάριστο μαγκάλι

και θα κοιμούμαστε δίπλα του, αν δεν είχε καπνούς.

 

Κουλουριαζόμαστε γύρω στο τζάκι και στη ζωσμένη φωτιά

και ψήνουμε πατάτες με τις φλούδες τους.

Πριν όλη η ανθρακιά γίνει στάχτη,

είναι καιρός για αμαρτήματα του εικοστού αιώνα:

Γυρνάμε τον διακόπτη στις ηλεκτρικές κουβέρτες!

 

Παρακαλούμε να μην αρχίσουν να τρων τα καλώδια τα ποντίκια.

Δεν θα ονειρευτούμε λύκους ή αρκούδες.

Αναπαυόμαστε σαν μοντέρνοι χωρικοί

Μια οικογένεια σε γαλήνη, ευχαριστημένοι.

Μοναδική η ποιότητα της ηρεμίας: μοναστική ησυχία.

Ακούμε τον βασιλικό που αναπνέει και μεγαλώνει,

Ξυπνάμε με τα κουδουνίσματα των αγελάδων, το λάλημα του κόκορα.

 

Φαράγγι ή  χαράδρα;

Με τα δάση του και την χλωρίδα του,

ο Βίκος μας προσκαλεί να ξαναρθούμε την Άνοιξη,

όταν τ’ αγριολούλουδα ανθίζουν στα δάπεδα των αλωνιών.

Αποφασίζουμε να μάθουμε τα ονόματά τους του χρόνου!

 

Βίτσα Ζαγορίου, 1983.

 

 

 

 

 

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ

 

Η γυναίκα του γέρου έφυγε τις προάλλες,

αν κι αυτός ισχυρίζεται πως ποτέ δεν την έδειρε∙

γελάει ακόμα σαν τρελό μουλάρι,

αν και η φοράδα του άφησε τον στάβλο.

Έχει λερωμένο γιακά

και τα δίχτυα του είναι σχισμένα─

μου είπε εμπιστευτικά

με περήφανη απλή καταφρόνια:

«Μακάρι η παλιόσκυλα

να μην είχε γεννηθεί ποτέ!»

 

Κέρκυρα, 1968.

 

 

Translation by Sakis Serefas